vén
C1
Ουγγρικά
elder
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
2
elder
B1
Μοτίβο χρήσης:
a falu/közösség vénei
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
older person, often respected
Θέματα
age
|respect
|community
|social_roles
|relationships
|core_vocabulary
Ορισμός
A person who is older than you or than most of a group, often treated with special respect because of age and experience.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.