Ουγγρικά - Αγγλικά

verekedik

A2 Ουγγρικά
fight, rumble
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
verekedik valakivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Engage in physical combat
Θέματα
physical_conflict |combat |violence |war |opponent |core_vocabulary
Ορισμός

To take part in a physical struggle or combat in order to defeat an opponent.

ΡΉΜΑ B1 INFORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
vki verekedik vkivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
fight noisily, often in groups
Θέματα
fight |physical_violence |group_conflict |informal |action |conflict |crime
Ορισμός

To fight physically, especially in a rough, noisy way and sometimes as part of a group.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε