Ουγγρικά - Αγγλικά

veszi magának a bátorságot

B2 Ουγγρικά
liberty
ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
veszi/vette magának a bátorságot, hogy ...
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Granted right or privilege
Θέματα
permission |rights |privilege |rules |authority |law |core_vocabulary
Ορισμός

A particular right, privilege, or permission granted to an individual by rules, custom, or authority.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε