Ουγγρικά - Αγγλικά

veszít

A2 Ουγγρικά
lose
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
veszít vmiben/vki ellen; veszít vmennyivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Fail to win a contest
Θέματα
competition |defeat |sport |games |conflict |sports |core_vocabulary
Ορισμός

To be defeated in a game, competition, or conflict.

ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
veszít vmennyit/vmiből; pénzt, értéket vagy súlyt veszít
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Decrease in amount or value
Θέματα
decrease |weight |money |value |amount |core_vocabulary |health |finance
Ορισμός

To have less of something than before, such as weight, money, or value.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε