Ουγγρικά - Αγγλικά

vetemedik

C1 Ουγγρικά
stooped
ΡΉΜΑ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
vmire vetemedik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
lowered one's moral standards
Θέματα
morality |dishonesty |figurative |bad_behavior |standards |emotions |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

Past tense and past participle of *stoop* in the figurative sense: to do something that is considered morally low, dishonest, or beneath one's usual standards.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε