Ουγγρικά - Αγγλικά

vétkezik

B2 Ουγγρικά
sin, offend
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
vétkezik valamivel; vétkezik valaki/valami ellen
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To commit a moral wrongdoing
Θέματα
religion |morality |wrongdoing |transgression |core_vocabulary
Ορισμός

To do something that is considered morally wrong or against religious laws.

ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
vétkezik Isten vagy egy isten ellen; vétkezik valamivel
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
sin against God or deity
Θέματα
religion |sin |morality |deity
Ορισμός

To do something that is considered sinful or displeasing to God or a deity, especially in religious language.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε