Ουγγρικά - Αγγλικά

vezetőkészség

B2 Ουγγρικά
leadership
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
vezetőkészséget mutat; vezetőkészséggel rendelkezik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Ability to guide others
Θέματα
management |influence |motivation |teamwork |social_skills |governance |business |work |core_vocabulary
Ορισμός

The ability or quality of directing, motivating, and influencing people toward achieving goals.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε