Ουγγρικά - Αγγλικά

viszket valamitől

B1 Ουγγρικά
itch
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
valamitől viszket valakinek a [testrésze/bőre]
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
cause someone to feel itchy
Θέματα
body |skin |cause |irritation |discomfort |health |clothing
Ορισμός

To cause an itch or make the skin feel uncomfortable and in need of scratching.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε