Ουγγρικά - Αγγλικά

vmi fölé hajol

B1 Ουγγρικά
stooped
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
vmi fölé hajol
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
bent the body forward/down
Θέματα
body_movement |posture |downward_motion |physical_action |daily_life |body |core_vocabulary
Ορισμός

Past tense and past participle of *stoop*: to bend the upper body forward and downward, usually to reach something lower or nearer the ground.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε