Ουγγρικά - Αγγλικά

zsír-

B2 Ουγγρικά
fatty
B2 TECHNICAL
1
Μοτίβο χρήσης:
zsír- + főnév, pl. zsírmáj, zsírszövet, zsírsav
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
containing or made of fat
Θέματα
medicine |biology |chemistry |body |tissue |fat |health |science
Ορισμός

Relating to, consisting of, or containing fat, especially in body tissues or in chemical compounds such as fatty acids.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε