Ουγγρικά - Αγγλικά

behatolás

B2 Ουγγρικά
penetration
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
act of entering or passing through
Θέματα
physical_entry |barrier |material |movement |core_vocabulary |science
Ορισμός

The act or process of entering into or passing through a surface, material, or barrier.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε