Ουγγρικά - Αγγλικά

fizikai erő

B1 Ουγγρικά
might, muscle
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Physical strength or power
Θέματα
strength |physical_ability |force |power |finance |core_vocabulary
Ορισμός

Physical strength or power, especially when used to influence or achieve something.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε