Ουγγρικά - Αγγλικά

jelenlévő

B2 Ουγγρικά
attendant
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
a jelenlévők; jelenlévő vhol
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person present at an event
Θέματα
event |attendance |ceremony |people |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

A person who is present at an event or place, especially a ceremony or formal gathering.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε