Ουγγρικά - Αγγλικά

jótékonykodás

B2 Ουγγρικά
charity
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Giving help or money
Θέματα
donation |aid |generosity |fundraising |volunteering |core_vocabulary |relationships
Ορισμός

The voluntary giving of help, typically in the form of money, to those in need.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε