jótékonykodás
B2
Ουγγρικά
charity
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
1
charity
A2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Giving help or money
Θέματα
donation
|aid
|generosity
|fundraising
|volunteering
|core_vocabulary
|relationships
Ορισμός
The voluntary giving of help, typically in the form of money, to those in need.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.