Ουγγρικά - Αγγλικά

kölcsönkér

A2 Ουγγρικά
borrow
ΡΉΜΑ A2
1
Μοτίβο χρήσης:
kölcsönkér valamit valakitől
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Take and use temporarily
Θέματα
borrowing |temporary_use |personal_property |everyday_life |daily_life |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

To take and use something belonging to someone else with the intention of returning it.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε