Ουγγρικά - Αγγλικά

penetráció

C1 Ουγγρικά
penetration
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1 VULGAR
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
sexual insertion into the body
Θέματα
sex |law |consent |body |health |relationships
Ορισμός

Sexual insertion of a penis or other object into a body opening, such as the vagina or anus.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε